Είναι πρόδηλον ότι το Σύνταγμα έχει αυξημένη τυπική ισχύ εν σχέση προς τους συνήθεις νόμους, αποτελεί δηλαδή τον θεμελιώδη νόμο του κράτους, όπου οι υπόλοιποι νόμοι για να ισχύον δέον όπως συνάδουν προς την Συνταγματική έννομη τάξη.
Κατ’ αναλογίαν το αυτό ισχύει και ως προς το προοίμιο του Συντάγματος μας το οποίο υποδηλώνει την ιστορική παράδοση μας η οποία είναι αμιγώς Χριστιανική, εξ αυτού λοιπόν του λόγου αναφέρεται (εις την προμετωπίδα του Συντάγματος) ότι το Σύνταγμα ενταύθα ψηφίζεται εις το Όνομα της Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, συγκεφαλαιώνοντας εύγλωττα την μακραίωνη σύζευξη Ορθοδοξίας και Χριστιανισμού ως μία καινοφανή συμπύκνωση των ως άνω μεγεθών, αρχής γενομένης εκ της εξεγέρσεως των Ελλήνων ενόψει της πολιτειακής οργάνωσης του νεοπαγούς έθνους-Κράτους, με το οιονεί σύνθημα εν είδει επωδούς: «για του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία».
Εξάλλου εκ της παραγράφου 2 του άρθρου 120, (της ακροτελεύτιας διατάξεως του Συντάγματος) προκύπτει ότι «ο σεβασμός(1) στο Σύνταγμα και στους Νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και την Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση της Πολιτείας», υπό την έννοια ότι η πατρίδα και η δημοκρατία ανάγονται σε μείζον δημόσιο αγαθό, την προστασία των οποίων εγγυάται η εύρυθμη λειτουργία της Συνταγματικής νομιμότητας, δεδομένου ότι το ίδιο το Σύνταγμα αναθέτει εις την δικαιοσύνη την διακρίβωση της αντισυνταγματικότητας των Νόμων, δεδομένου ότι δεν παύει να αποτελεί (το Σύνταγμα) τον Θεμελιώδη και ανώτερο όλων των άλλων νόμων του Κράτους.
Πηγή του Συντάγματος βεβαίως κατά άρθρο 1 παρ. 2 στου Συντάγματος αποτελεί η λαϊκή κυριαρχία « Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία».
Καθίσταται πρόδηλο ότι όποιος τηρεί απαρεγκλίτως το Σύνταγμα, τηρεί και εφαρμόζει ανυπερθέτως όλους τους νόμους συλλήβδην, επειδή το Σύνταγμα αυτό καθ’ αυτό αποτελεί την πηγή των νόμων, οι οποίοι δυνάμει του της παραγράφου 2 του άρθρου 120, οφείλουν να συνάδουν αείποτε προς το Σύνταγμα.
Οι νόμοι δηλαδή δέον όπως ανακεφαλαιώνονται εις το Σύνταγμα όπως οι επί μέρους εντολές του Ευαγγελίου ανακεφαλαιώνονται εις την εντολή της αγάπης.
Ούτως δυνάμεθα να πούμε ότι η συνταγματικότητα των νόμων παρουσιάζει αναλογικές βεβαίως ομοιότητες με την ενότητα των ευαγγελικών εντολών, οι οποίες ανάγονται όλες σε μία, εις την υπέρτατη εντολή της αγάπης, η οποία συνιστά κατά τον νομοδιδάσκαλο Απόστολο Παύλο «το πλήρωμα του νόμου» τοιουτοτρόπως και το Σύνταγμα αποτελεί το πλήρωμα όλων των νόμων.
Εξ αυτού λοιπόν του λόγου δυνάμεθα απεριφράστως να είπωμεν ότι ο τηρών το Σύνταγμα «νόμον πεπλήρωκεν»(2).
Άρα λοιπόν ο παραλληλισμός αυτός καθίσταται απολύτως βάσιμος και ερμηνευτικά δόκιμος, καθότι το Σύνταγμα συνιστά βεβαίως τον υπέρτατο Νόμο του Κράτους και δια της χρήσεως του Ιερού Ευαγγελίου καταδεικνύουμε εύγλωττα τον υπερέχοντα χαρακτήρα του, διότι όπως το Ιερό Ευαγγέλιο του Χρήστου είναι Ιερό και απαραβίαστο, ούτως και κατ’ αναλογίαν το Σύνταγμα του Κράτους δέον όπως είναι απαραβίαστο διότι συνιστά το οιονεί πολιτειακό Ευαγγέλιο.
Εν κατακλείδι, η αναγωγή εις το Ιερό Ευαγγέλιο συνιστά μία συνεπή ιστορική αναφορά και τελεολογική ερμηνεία της διαπλάσεως της Συνταγματικής εννόμου τάξεως άχρι σήμερον, δεδομένου ότι η διαλεκτική αυτή σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού αντανακλάται από το προπαρατιθέμενο προοίμιο του Συντάγματος το οποίο είναι ψηφισμένο εις το όνομα της Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, δεδομένου ότι η Ορθοδοξία συγκροτεί την ιστορική σάρκα του Ελληνισμού και εν ταυτώ αποτελεί το εχέγγυο της ιστορικής συνοχής του.
Ο σεβασμός προς το Σύνταγμα, η πίστη και η μετά πλειστάκις σχολαστικότητα εφαρμογή του εν συνδυσμό προς την πάταξη οιασδήποτε εκδηλουμένης αντισυνταγματικής συμπεριφοράς και ενέργειας αποτελεί υποχρέωση και καθήκον τόσο του εκάστοτε πολίτη εις το άρθρο 120 παρ. 4 σου Συντάγματος όσον και των δικαιοδοτικών οργάνων όλων των βαθμίδων και κλάδων του Δικαίου (Αστικού, Ποινικού, Διοικητικού) τα οποία δικαιούνται και υποχρεούνται ταυτοχρόνως να ελέγχουν διαχύτως την συνταγματικότητα των νόμων και των πράξεων της Διοικήσεως (93 παράγραφος 4 του Συντάγματος).
Περαιτέρω θεμελίωσηως προς τα ως άνω :
Α) Ως προς την παράγραφο 4 του άρθρου 120 του Συντάγματος (ακροτελεύτια διάταξη) ισχύουν τα εξής: «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με την βία».
Ως εκ τούτου δηλαδή, το ως άνω άρθρο συνιστά την επιτομή του Συνταγματικού Πατριωτισμού διότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα αντιστάσεως του Ελληνικού λαού, αναγορεύοντας τοιουτοτρόπως, τους πολίτες, ήτοι τον λαό ως ύστατο εγγυητή της Συνταγματικής νομιμότητας.
Η αντίσταση του λαού αναγόμενη εις τον εγγενή πατριωτισμό του, (αναγάγοντας ούτως την φιλοπατρία σε συστατικό στοιχείο της συνταγματικής νομιμοφροσύνης), έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, ως μείζονα και συνεπή έκφραση υπακοής εις το Σύνταγμα, να ανθίσταται σθεναρώς, μετερχόμενος παν θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, να εναντιωθεί κατά οιουδήποτε αποπειράται να σφετεριστεί την λαϊκή κυριαρχία και τις εξουσίες οι οποίες πηγάζουν εξ αυτής αλλά και έναντι οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει δια της βίας το Δημοκρατικό μας πολίτευμα, είτε δια πραξικοπήματος ή εισέτι δια θεσμικής βίας παρακωλύοντας τις λειτουργίες του πολιτεύματος οι οποίες πηγάζουν από την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας.
Το ακανθώδες ζήτημα έγκειται ότι η εν λόγω διάταξη, φέρει αμιγώς διακηρυκτικό χαρακτήρα, αποστερούμενο οποιασδήποτε εγέρσεως αξιώσεως δικαστικού ελέγχου δια της προσφυγής εις την διάταξη αυτή, εν άλλοις λόγοις λοιπόν, ο κάθε φιλόπατρις πολίτης ο οποίος οφείλει αφοσίωση στην Πατρίδα και την Δημοκρατία σεβόμενος το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό δικαιούται και υποχρεούται να διαφυλάξει την Συνταγματική έννομη τάξη ακέραιη αντιστεκόμενος έναντι οιουδήποτε επίβουλου τρίτου.
Η υποχρέωση όμως αυτή δεν είναι εξαναγκαστικού χαρακτήρα ούτε ενεργητικά ούτε παθητικά, τον πιο τέλειο ορισμό τον παρέθεσε ο τέως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Νικόπουλος εις τον βιβλίο «Αγαπημένο μου Σύνταγμα» σελ 46-47 όπως αναφέρει επί λέξει τα εξής : «Είναι γνωστόν ότι το Δίκαιο, εκτός από την πλήρη ενοχή με την κλασσική της έννοια στην οποία παρέχοντας την προστασία του την εξοπλίζει με την νομική δυνατότητα του «δικαστικώς επιδιώξιμου», γνωρίζει από την εποχή του Ρωμαϊκού Δικαίου ακόμη και τις καλούμενες «φυσικές ή ατελείς ενοχές» (obligationsnaturales), οι οποίες δεν είναι δικαστικώς επιδιώξιμες, παρ’ όλο που ο «οφειλέτης» έχει υποχρέωση προς εκπλήρωση και εκπληρώνοντας οικειοθελώς την «παροχή» δεν δικαιούται να την αναζητήσει ως αχρεωστήτως καταβληθείσα. Στις περιπτώσεις αυτές ο δανειστής από την άλλη πλευρά δεν δικαιούται να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής».
Β) Ως προς το άρθρο 93 παράγραφος 4 του Συντάγματος « Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν Νόμο που το περιεχόμενό τους είναι αντίθετε προς το Σύνταγμα».
Ως εκ τούτου λοιπόν κατά την αδιάστικτη ως άνω διατύπωση προκύπτει αιτιωδώς ότι η εν Ελλάδι Συνταγματική έννομος τάξη, κατοχυρώνει ρητώς τον αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο, ως υποχρέωση του Δικαστού, καθότι εις ένα Κράτος Δικαίου ο έλεγχος της Συνταγματικότητας είναι υποχρέωση της δικαστικής εξουσίας και υποστασιακό στοιχείο του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των διαδίκων.
Ο Χριστιανικός χαρακτήρας του Συντάγματος καθίσταται αδιαμφισβήτητο γεγονός καθότι ο θεμελιώδης νόμος του Κράτους, ήτοι το Σύνταγμα είναι ψηφισμένο όπως αναλύθηκε διεξοδικώς ανωτέρω, περί της σπουδαιότητας απαρέγκλιτης τηρήσεως της Συνταγματικής εννόμου τάξεως, υπό του κράτους και απάντων των πολιτών, εις το Όνομα της Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, ως εκ τούτου λοιπόν ο χαρακτήρας της Συνταγματικής εννόμου τάξεως είναι ακραιφνώς Χριστιανικός και δη Ορθόδοξος.
Τούτο δε προκύπτει αιτιωδώς και με ακρίβεια από ένα πλέγμα διατάξεων, όπως το άρθρο 3, το άρθρο 13, διατάξεις οι οποίες θα αναλυθούν εν συνεχεία, αλλά συγχρόνως τούτο θεμελιώνεται και με την διήθησή μας εις την Ιστορική αναδρομή της παρ’ ημίν Συνταγματικής Ιστορίας, αρχής γενομένης εξ ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους, διευρευνώντας ενδελεχώς την απαρχή της διαχρονικής αποκρυστάλλωσης του εν θέματι προοιμίου.
(1) Διαφωτιστική είναι, ίσως, η διάκριση μεταξύ υπακοής στο Σύνταγμα, που απαιτείται από το άρθρο 16 παρ. 1 για τους ακαδημαϊκούς δασκάλους, πίστης στο Σύνταγμα που απαιτείται για του δημοσίους υπαλλήλους από το άρθρο 103 παρ. 1 του Συντάγματος και σεβασμού και τήρησης του Συντάγματος από τους πολίτες που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 4 αντίστοιχα του άρθρου 120 Φ Σπυρόπουλος/Ξ Κονταξής/Χ Ανθόπουλος/Γ Γεραπετρίτης , «Σύνταγμα κατ’ άρθρο ερμηνεία», εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, σελ 1818-1819: κατ’ άρθρο ερμηνεία ακροτελεύτιας διατάξεως, άρθρου 120 του Συντάγματος.
(2) «Tο γαρ ού μοιχεύσεις, ου φονεύσεις, ού κλέψεις, ούκ επιθυμήσεις και ειστις ετέρα εντολή εν τούτω, τω λόγω, ανακεφαλαιούται, εντω αγαπήσεις τον πλησίον σου, ως σε εαυτόν» (Ρωμ. 14,9).