
Σύμφωνα με τη διατροφολόγο Σάντρα Μονίνιο, η κατανάλωση αυτών των ροφημάτων μετά το γεύμα μπορεί να εμποδίζει την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και να επιβαρύνει την πέψη.
Μιλώντας στο podcast With Ginger and Lemon, η Μονίνιο προειδοποίησε ότι «ο καφές και το τσάι αναστέλλουν την απορρόφηση του σιδήρου. Και όχι μόνο του σιδήρου, πολλά θρεπτικά συστατικά που περιέχουν τα τρόφιμά μας, όταν πίνουμε καφέ, δεν απορροφώνται».
Αυτό οφείλεται στις τανίνες και άλλες χημικές ενώσεις που περιέχουν, οι οποίες δυσχεραίνουν την απορρόφηση του σιδήρου και του ψευδαργύρου από το σώμα.
Το ίδιο ισχύει και για τα γαλακτοκομικά προϊόντα, λόγω του ανταγωνισμού του ασβεστίου με τον σίδηρο.
«Τρως, για παράδειγμα, μια μπριζόλα μοσχαρίσια και σκέφτεσαι ότι είναι σίδηρος για το σώμα σου, αλλά ξαφνικά τρως ένα γιαούρτι στο τέλος ως επιδόρπιο και έχεις καταστρέψει το σίδηρο», ανέφερε χαρακτηριστικά η διατροφολόγος.
Για να αποφευχθεί αυτό, συνιστάται να υπάρχει διάστημα τουλάχιστον δύο ωρών μεταξύ της κατανάλωσης τροφίμων πλούσιων σε σίδηρο και αυτών που περιέχουν ασβέστιο.
Επιπλέον, η καφεΐνη και οι όξινες ιδιότητες του καφέ και του τσαγιού μπορεί να αυξήσουν την οξύτητα στο στομάχι, προκαλώντας δυσφορία, όπως καούρα ή γαστρική παλινδρόμηση, ειδικά αν κάποιος είναι ευαίσθητος. Αν μάλιστα σε αυτά τα ροφήματα προστεθεί γάλα, η διαδικασία της πέψης μπορεί να επιβραδυνθεί ακόμη περισσότερο, οδηγώντας σε δυσάρεστο φούσκωμα.